Ιστορικη αναδρομή της Κισσάμου

 

Κίσσαμος – Καστέλλι πρωτεύουσα της επαρχίας Κισσάμου πήρε το όνομα της λόγω του βενετσιάνικου φρουρίου της και διασώζει ακέραιο το προελληνικό όνομα αρχαιοτάτου οικισμού που βρισκόταν στην ίδια θέση. Ο Πλίνιος την αναφέρει Cisamon και ο Πτολεμαίος Κίσσαμος πόλις. Το λιμάνι της βρισκόταν στο σημερινό Μαύρο Μόλο. Η πόλη αναπτύχθηκε ιδιαίτερα κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο από την οποία χρονολογούνται και τα περισσότερα σωζόμενα ευρήματα. Μπορούμε να δούμε Ρωμαϊκά λουτρά, επαύλεις με ψηφιδωτά δάπεδα, ρωμαϊκό νεκροταφείο. Επίσης υπολείμματα  του ρωμαϊκού υδραγωγείου στη θέση κρύα βρύση καθώς και απομεινάρια από τα τείχη του φρουρίου. Στο μουσείο υπάρχουν αρχαϊκά, ελληνιστικά και κλασικά αντικείμενα, αγγεία, ρωμαϊκά αγάλματα, γυάλινα δοχεία κλπ. Η Ρωμαϊκή Κίσσαμος είχε περίφημο θέατρο και αμφιθέατρο όπως αναφέρει ο Onorio Belli, που είδε τα ερείπια τους στο τέλος του 16ου αιώνα. Σώζεται επίσης η ακρόπολη της στη θέση Σελί μισή ώρα δυτικά της Κισσάμου όπου ο Β. Θεοφανίδης  ανάσκαψε, προπολεμικά ιερό Μυκηναϊκών χρόνων όπου, κατά την παράδοση ήταν οι Μυκήνες που ίδρυσε ο βασιλιάς Αγαμέμνων.

Η Κίσσαμος διατήρησε την ακμή της και κατά την Α βυζαντινή περίοδο, οπότε και ιδρύθηκε η επισκοπή Κισσάμου. Κατά την Β βυζαντινή περίοδο η επισκοπή μεταφέρθηκε στο χωριό επικοπή για να αποφύγει τις επιδρομές των κουρσάρων. Την περίοδο της Ενετοκρατίας, η επισκοπή Κισσάμου περιήλθε στην καθολική εκκλησία, Λατίνος επίσκοπος αναφέρεται το 1307. Την ίδια περίοδο κατασκευάστηκε (1579-1582) φρούριο σε σχήμα πενταγώνου με εκκλησία, φυλακές, στρατώνες, πηγάδι, που αργότερα κατέλαβαν οι Τούρκοι και το επαναεπισκεύασαν . Σώζεται σήμερα πάνω στον απόκρημνο βράχο σε πολύ καλή κατάσταση. Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας το Καστέλι συμμετέχει ενεργά σε όλες τις επαναστατικές απόπειρες που γίνονται για την αποτίναξη του Τουρκικού ζυγού και την ένωση με την μητέρα Ελλάδα. Αλλά και κατά την διάρκεια του ΒΔ παγκοσμίου πολέμου αξιοζήλευτη είναι η συμμετοχή της πόλης και της επαρχίας ολόκληρης ενάντια στη ναζιστική κατοχή.

Αρχαία Φαλάσαρνα

Η αρχαία Φαλάσαρνα, αν και φέρει προελληνικό όνομα, κτίστηκε κατά την κλασική περίοδο και ήκμασε κυρίως τους Ελληνιστικούς χρόνους, κατά τους οποίους υπήρξε ανεξάρτητη πόλη με δικό της νόμισμα (στο οποίο απεικονίζεται η νύμφη Φαλασάρνη στη μία όψη και μία τρίαινα στην άλλη).Οι ανασκαφές έδειξαν ότι το λιμάνι ήταν κτισμένο κάτω από την ακρόπολη, υπολείμματα της οποίας περιλαμβάνουν τμήματα τειχών και δύο οχυρωματικούς πύργους, θεμέλια κατοικιών και τα ερείπια ναού  της Αρτέμιδος ή του Απόλλωνα. Κοντά στην είσοδο της αρχαίας πόλης βρέθηκε λαξευτός πέτρινος θρόνος, ο οποίος, σύμφωνα με μία εκδοχή, ήταν αφιερωμένος στον Ποσειδώνα, καθώς η Φαλάσαρνα ήταν κέντρο εμπορικής ναυτιλίας. Όπως αποδεικνύει η ανεύρεση μέρους  της προκυμαίας και άλλων κρηπιδωμάτων, το ίδιο το λιμάνι ήταν περιτριγυρισμένο από τείχη και επικοινωνούσε με τη θάλασσα μέσω ενός καναλιού.

Η Φαλάσαρνα καταστράφηκε από τους Ρωμαίους, τα δε αρχαία ερείπια βρίσκονται σήμερα σε απόσταση 300-400μ από την ακτή, μετά τη γεωλογική υπερύψωση που υπέστη η Κρήτη στην περιοχή αυτή.   

Αρχαία Πολυρρήνια

Κτισμένη αμφιθεατρικά στις φυσικές οχυρώσεις του λόφου και σε υψόμετρο 418μ., η αρχαία Πολυρρήνεια ήταν πόλη με επιρροή από το Κρητικό μέχρι το Λιβυκό πέλαγος  και είχε δύο λιμάνια:

Τη Φαλάσαρνα και την Κίσσαμο. Ιδρύθηκε κατά τη Μινωική εποχή, αλλά ήκμασε κυρίως κατά τους Ελληνιστικούς και Ρωμαϊκούς χρόνους, στους οποίους ανάγονται και τα περισσότερα ευρήματα.

Ανεξάρτητη πόλη, η Πολυρρήνεια είχε το δικό της νόμισμα, το οποίο έφερε την προτομή του Δία του Κρηταγενή στη μία του πλευρά και έναν ταύρο στην άλλη. Αξίζει να σημειωθεί ότι το νόμισμα της Πολυρρήνειας, που έπαιζε το ρόλο οβολού για τον Χάροντα, βρέθηκε στο στόμα του κρανίου αθλητή σε τάφο του 1ου αιώνα μΧ και εκτίθεται στο αρχαιολογικό μουσείο του Αγίου Νικολάου Λασιθίου.

Στην ακρόπολη της Πολυρρήνιας υπήρχε ναός της Δίκτυννας  Αρτέμιδος (4ος αιώνας π.Χ.), χώρος στον οποίο χτίστηκε (περίπου το 1894) η εκκλησία των Αγίων Πατέρων. Για την ανέγερση της εκκλησίας χρησιμοποιήθηκαν υλικά του ναού, όπως μαρτυρούν οι πλάκες με αρχαίες επιγραφές στους τείχους της και η ενσωμάτωση τμήματος του αρχαίου βωμού στη σημερινή Αγία Τράπεζα.

Τέλος, ιδιαίτερα επιβλητικό είναι το ρωμαϊκό υδραγωγείο, αποτελούμενο από δυο αγωγούς σκαμμένους μέσα στο βράχο, οι οποίοι περνούν κάτω από το λόφο της Πόλυρρήνιας και καταλήγουν σε δυο μαρμάρινες βρύσες στο σημερινό οικισμό.   

Βίλα Τρεβιζάν

Η ενετική βίλα Τρεβιζάν του 17ου αιώνα βρίσκεται στη περιοχή Κόκκινο Μετόχι του Δήμου Μυθήμνης της επαρχίας Κισσάμου και αποτελεί μία από τις 120 περίπου κατοικίες φεουδαρχών, Κρητικής και ενετικής καταγωγής, που βρίσκονται διασκορπισμένες στην Κρητική ύπαιθρο. Συνδυάζει την υψηλή αναγεννησιακή αρχιτεκτονική και προηγμένη τεχνική πέτρινων κτηρίων. Τοπικά στοιχεία που διατηρήθηκαν μέσα από την μακρόχρονη ιστορία και παράδοση της νήσου έχουν επηρεάσει τόσο την αρχιτεκτονική σύνθεση όσο και την κατασκεύη του κτηρίου. Από κατασκευαστική άποψη παρόλο που η βίλα Τρεβιζάν είναι ένα κτήριο σε ερειπιώδη κατάσταση (λείπει η στέγη και το ενδιάμεσο πάτωμα) εντούτοις δείχνει μία αξιοθαύμαστη αντοχή στο πέρασμα του χρόνου και παραμένει επιβλητική.